διανοία

διανοίᾱ , διάνοια
thought
fem nom/voc/acc dual

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διανοίᾳ — διανοίᾱͅ , διάνοια thought fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάνοια — thought fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάνοια — η (AM διάνοια Α και διανοία και αιολ. τ. διανοιία) [διανοούμαι] 1. πνεύμα, νους, μυαλό 2. ικανότητα τού ανθρώπου να σκέπτεται μσν. συνήθεια αρχ. 1. λογισμός 2. ιδέα, έννοια, γνώμη 3. σημασία λέξης ή χωρίου …   Dictionary of Greek

  • διάνοια — η η λειτουργία της σκέψης που σχετίζεται με τον τρόπο αντίληψης των αισθήσεων, το πνεύμα, ο νους: Δεν κατάλαβα ότι με κορόιδευε ούτε κατά διάνοια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διάνοια — [дианиа] ουσ. В. разум …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διανοίας — διανοίᾱς , διάνοια thought fem acc pl διανοίᾱς , διάνοια thought fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανοίαι — διανοίᾱͅ , διάνοια thought fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανοίαν — διανοίᾱν , διά , ἀνά οἰάω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) διανοίᾱν , διά , ἀνά οἰάω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανοιῶν — διάνοια thought fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανοίαις — διάνοια thought fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.